κοντός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντός αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοντός κοντή κοντό
γενική κοντού κοντής κοντού
αιτιατική κοντό κοντή κοντό
κλητική κοντέ κοντή κοντό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοντοί κοντές κοντά
γενική κοντών κοντών κοντών
αιτιατική κοντούς κοντές κοντά
κλητική κοντοί κοντές κοντά

κοντός, -ή, -ό

  • (για άνθρωπο ή άλλο ζωντανό ον) που έχει μικρό ανάστημα
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μικρού αναστήματος
Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ψηλός
  • (για αντικείμενο) που έχει μικρό ύψος
Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ψηλός
  • (για αντικείμενο) που έχει μικρό μήκος
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βραχύς
Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μακρύς

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κοντός ψαλμός αλληλούια: σύντομα θα αποδειχθεί ή θα γίνει αυτό που συζητάμε
  • λέω το κοντό (μου) και το μακρύ μου: λέω ό,τι μου κατέβει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

για άνθρωπο ή ζώο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντός αρσενικό

  1. το κοντάρι