κοντός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κοντός < αρχαία ελληνική κοντός (κοντάρι)
Ουσιαστικό [
]
κοντός αρσενικό
- το κοντάρι
Πολυλεκτικοί όροι [
]
Επίθετο [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | κοντός | κοντή | κοντό |
| γενική | κοντού | κοντής | κοντού |
| αιτιατική | κοντό | κοντή | κοντό |
| κλητική | κοντέ | κοντή | κοντό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | κοντοί | κοντές | κοντά |
| γενική | κοντών | κοντών | κοντών |
| αιτιατική | κοντούς | κοντές | κοντά |
| κλητική | κοντοί | κοντές | κοντά |
κοντός, -ή, -ό
- (για άνθρωπο ή άλλο ζωντανό ον) που έχει μικρό ανάστημα
- (για αντικείμενο) που έχει μικρό ύψος
- (για αντικείμενο) που έχει μικρό μήκος
Εκφράσεις [
]
- κοντός ψαλμός αλληλούια: σύντομα θα αποδειχθεί ή θα γίνει αυτό που συζητάμε
- λέω το κοντό (μου) και το μακρύ μου: λέω ό,τι μου κατέβει
[
]
Συνώνυμα [
]
για άνθρωπο ή ζώο
Μεταφράσεις [
]
άνθρωπος με μικρό ανάστημα
αντικείμενο με μικρό μήκος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- κοντός < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κοντός αρσενικό
- το κοντάρι