court

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

court  (en)

  1. η αυλή
  2. η αυλή ενός ηγεμόνα
  3. το δικαστήριο
  4. το γήπεδο του τένις ή του μπάσκετ

[] Open book 01.svg Ρήμα

court  (en)

  1. επιζητώ την εύνοια κάποιου
  2. κορτάρω, φλερτάρω



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /kuʁ/

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
αρσενικό court courts
θηλυκό courte courtes

court  (fr)

  1. κοντός
  2. σύντομος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

court  (fr) αρσενικό (πληθυντικός: courts αρσενικό)

[] Εκφράσεις

  • être à court de μου λείπει κάτι
l'imprimante est à court de papier - ο εκτυπωτής δεν έχει άλλο χαρτί

[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

court  (fr)

  • κλιτή μορφή του ρήματος courir

[] Ομώνυμα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες