ἐργάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ἐργάζομαι < Fεργ + -άζομαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

ἐργάζομαι

  1. αποθετικό ενεργητικής διάθεσης, εργάζομαι, κάνω, παράγω αποτέλεσμα
  2. με δύο αιτιατικές: κάνω κάτι σε κάποιον
  3. με μία αιτιατική: δουλεύω ένα υλικό, ένα αντικείμενο
  4. παθητικό: κατασκευάζομαι, οικοδομούμαι, επιτελούμαι (π.χ. άθλος)
    ἔργαστο τὸ τεῖχος/ ἐκ πέτρας εἰργασμένος


Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἐργάζομαι
Παρατατικός ἠργαζόμην ή εἰργαζόμην
Μέλλοντας ἐργάσομαι ή ἐργασθήσομαι
Αόριστος ἠργασάμην ή εἰργασάμην και εἰργάσθην
Παρακείμενος εἴργασμαι
Υπερσυντέλικος εἰργάσμην και εἰργασμένος ἦν
Συντελεσμένος Μέλλοντας εἰργασμένος ἔσομαι


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]