χονδροειδής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική χονδροειδής χονδροειδής χονδροειδές
γενική χονδροειδούς χονδροειδούς χονδροειδούς
αιτιατική χονδροειδή χονδροειδή χονδροειδές
κλητική χονδροειδή(ς) χονδροειδής χονδροειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χονδροειδείς χονδροειδείς χονδροειδή
γενική χονδροειδών χονδροειδών χονδροειδών
αιτιατική χονδροειδείς χονδροειδείς χονδροειδή
κλητική χονδροειδείς χονδροειδείς χονδροειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χονδροειδής < αβέβαιη ετυμ. ή από το χονδρός και -ειδής ή από το χόνδρος

Open book 01.svg Επίθετο[]

χονδροειδής

  1. άξεστος, άπρεπος
    Τι χονδροειδής χειρονομία ήταν αυτή;
  2. ανόητος, κάτι που αρμόζει μόνον σε ανόητο, αδαή,
    χονδροειδές λάθος
  3. που απευθύνεται σε αφελείς ή που είναι πλασμένος από αφελή, (ή από κάποιον ταραγμένο που δεν μορούσε να σκεφτεί κάτι καλύτερο), που δεν είναι επεξεργασμένος στις λεπτομέρειές του ώστε να πείθει
    Χονδροειδές ψέμα. Περίμενες αλήθεια να το χάψω;
    Μόνο αυτός μπορούσε να ξεφουρνίσει τόσο χονδροειδές ψέμα
    Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε για «χονδροειδή και αμετροεπή παραποίηση της αλήθειας» τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ
  4. κακόγουστος, ίσως και πολύ ενοχλητικός, συνώνυμο του χοντροκομμένου και κατά μία έννοια της χοντράδας
    χονδροειδές το αστείο σου
    χονδροειδής φάρσα
  5. κακοφτιαγμένος, πρόχειρος, χωρίς λεπτομέρειες, χοντροκομμένος ή ογκώδης (έννοιες που δεν πολυσυνηθίζονται πια)
    χονδροειδής κατασκευή
  6. το επίθετο χρησιμοποιείται και για ζωοοτροφές (π.χ. τα άχυρα) που περιέχουν πολλές ίνες οι οποίες δεν πέπτονται (υιοθετήθηκε γα να αποδοθεί το αμερικανικό roughage επειδή αυτές οι τροφές δεν είναι επεξεργασμένες και παρέχουν όγκο αλλά όχι και τα στοιχεία που περιέχουν οι συμπυκνωμένες ή και σύνθετες ζωοτροφές σε αντιδιαστολή προς τις οποίες χρησιμοποιείται συχνά ο όρος)


32πχ Μεταφράσεις[]