αδαής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αδαής αδαής αδαές
γενική αδαούς αδαούς αδαούς
αιτιατική αδαή αδαή αδαές
κλητική αδαή(ς) αδαής αδαές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδαείς αδαείς αδαή
γενική αδαών αδαών αδαών
αιτιατική αδαείς αδαείς αδαή
κλητική αδαείς αδαείς αδαή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδαής < αρχαία ελληνική ἀδαής < ἀ- + *δάω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ða.ˈis/

Open book 01.svg Επίθετο[]

αδαής, -ής, -ές

  • που δε γνωρίζει το αντικείμενο, που έχει άγνοια πάνω σε αυτό, ο άπειρος, ο ανίδεος
    κάναμε λάθος στην επιλογή μας, αυτός είναι αδαής στο θέμα με το οποίο ασχολούμαστε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]