απόδοση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- απόδοση < αρχαία ελληνική ἀπόδοσις < ἀποδίδωμι < ἀπό + δίδωμι
Ουσιαστικό [
]
απόδοση θηλυκό
- το να δίνεις ή να επιστρέφεις ή να διανέμεις κάτι σε όποιον ανήκει ή του οφείλεται
- Η απόδοση του αριθμού φορολογικού μητρώου ολοκληρώνεται άμεσα (η έκδοση αριθμού μητρώου που απαιτεί ο νόμος)
- Κατατέθηκε στεφάνι προς απόδοση τιμών στο νεκρό στρατιώτη (για αυτά που προσέφερε)
- Βρέθηκα τα χρυσαφικά που σας έκλεψαν κυρία μου, αλλά η απόδοση των κλοπιμαίων μπορεί να γίνει μόνον μετά την εκδίκαση της υπόθεσης
- Διενεργείται ανάκριση για την απόδοση ευθυνών σχετικά με το μεγάλο σκάνδαλο με τη Ζίμενς
- η εξήγηση ενός γεγονότος με τη σύνδεσή του με κάποιο άλλο που θεωρείται αιτία του
- η απόδοση της ανόδου των τιμών σε πολιτικά αίτια αμφισβητείται
- η άποψη ότι ένα έργο ανήκει σε έναν δημιουργό
- η απόδοση της επιστολής αυτής στον Πλάτωνα έχει γίνει αντικείμενο διαφωνιών
- η ερμηνεία ενός ρόλου ή μουσικού κομματιού
- η απόδοση του ρόλου ήταν κατώτερη των προσδοκιών του κοινού
- η παραγωγή ενός όγκου έργου ή εισοδήματος
- Λέω να πάρω καμιά βιταμίνη γιατί έχει πέσει πολύ η απόδοσή μου στη δουλειά
- Το νέο κλιματιστικό δεν έχει καλή απόδοση (δεν αποδίδει σύμφωνα με το κόστος, τις προσδοκίες του καταναλωτή ή τις προδιαγραφές του κατασκευαστή)
- η παραγωγή υπεραξίας
- Τι απόδοση έχει όμως το κεφάλαιό σου;
Σύνθετα [
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
απόδοση
|