danger
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
Ουσιαστικό
danger
(fr)
κίνδυνος
Il a été mis en danger
: κινδύνεψε.
Συγγενικές λέξεις
dangereux
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Anglo-Saxon
العربية
Deutsch
English
Eesti
Suomi
Français
Galego
Magyar
Հայերեն
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Limburgs
മലയാളം
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Русский
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Українська
Tiếng Việt
中文
Bân-lâm-gú