directorial
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- directorial < directeur
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | directorial | directorials |
| θηλυκό | directoriale | directoriales |
directorial (fr)
- σχετικός με την περίοδο του Directoire
- διευθυντικός