distinctive
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
distinctive (en)
- διακριτικός (που χρησιμεύει γαι να διακρίνουμε κάτι από κάτι άλλο)
- distinctive feature
- χαρακτηριστικός
- the distinctive smell of coffee