dol
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dol | dols |
dol (fr) αρσενικό
- ο δόλος (νομ.)
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dol | dols |
dol (fr) αρσενικό