dowód

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈdɔvut/
dowód 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

dowód (pl) αρσενικό

  1. η απόδειξη ως:
    • υλικό ή σειρά από συλλογιστικά στοιχεία που αποδεικνύουν κάτι
    • (μαθηματικά) σύνολο υπολογισμών που οδηγεί σε αδιαμφισβήτο συμπέρασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []