dowód
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
dowód (pl) αρσενικό
- η απόδειξη ως:
- υλικό ή σειρά από συλλογιστικά στοιχεία που αποδεικνύουν κάτι
- (μαθηματικά) σύνολο υπολογισμών που οδηγεί σε αδιαμφισβήτο συμπέρασμα