faire-part
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| faire-part | faire-part |
faire-part (fr) αρσενικό
- προσκλητήριο (αφορά ένα επεισόδιο της προσωπικής ή οικογενειακής ζωής: γενέθλια, γάμο, γέννηση, θάνατο...)