fame
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
fame (en)
- φήμη, δόξα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος
[
]
Ιταλικά (it)
[
]
Ουσιαστικό
fame (it)