fob
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
fob (en)
- καδένα, αλυσίδα για ρολόι τσέπης
- η τσέπη του γιλέκου όπου τοποθετείται το ρολόι τσέπης