immeuble
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| immeuble | immeubles |
immeuble (fr) αρσενικό
- το κτήριο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| immeuble | immeubles |
immeuble (fr) αρσενικό