imminent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
imminent (en)
- επικείμενος (για κίνδυνο, απειλή κλπ)
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | imminent | imminents |
| θηλυκό | imminente | imminentes |
imminent (fr)