impervious
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
impervious (en)
- στεγανός, αδιαπέραστος
- (μεταφορικά) άτρωτος, ανεπηρέαστος, απρόσβλητος
impervious (en)