impose
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
impose
(en)
επιβάλλω
(εφαρμόζω έχοντας την εξουσία)
the parliament
imposed
new taxes
επιβάλλω
(σε κάποιον μια συμπεριφορά)
(
+ upon/on
) γίνομαι σε κάποιον
βάρος
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ρήματα (αγγλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Ido
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Limburgs
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
中文