lavoir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
lavoir lavoirs

lavoir  (fr) αρσενικό

  1. οίκημα για το πλύσιμο των ρούχων
  2. τσιμεντένια πλάκα για πλύσιμο των ρούχων
  3. (τεχνολογία) συσκευή για τον καθαρισμό μεταλλεύματος
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες