lieutenant
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
lieutenant (en)
- (στρατιωτικός όρος) υπολοχαγός
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| lieutenant | lieutenants |
lieutenant (fr) αρσενικό
- (στρατιωτικός όρος) ο υπολοχαγός