mayor
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
mayor (en)
Ισπανικά (es)
Ουσιαστικό
mayor (es)
- μεγαλύτερος (σε ηλικία)
Πίνακας περιεχομένων |
mayor (en)
mayor (es)