non-sens
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- non-sens < αγγλική nonsense
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| non-sens | non-sens |
non-sens (fr) αρσενικό