orfèvrerie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- orfèvrerie < orfèvre
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| orfèvrerie | orfèvreries |
orfèvrerie (fr) θηλυκό