pousseur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
pousseur pousseurs

pousseur  (fr) αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) σκάφος που σπρώχνει άλλο