prestige

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

prestige (en)

  1. το πρεστίζ, η αίγλη, το γόητρο
    teaching is not a job that has much prestige attached to it, which which leads to lower salaries than in other professions
    the newspaper lost prestige when one of its reporters was discovered to have plagiarized a number of articles



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
prestige prestiges

prestige (fr) αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]