recherché
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | recherché | recherchés |
| θηλυκό | recherchée | recherchées |
recherché (fr)