replete
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
replete (en)
- γεμάτος, υπερπλήρης
- this book is replete with helpful ideas - αυτό το βιβλίο είναι γεμάτο χρήσιμες ιδέες