resuscitate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
resuscitate (en)
- (μεταβατικό) αναζωογονώ
- (μεταβατικό) επαναφέρω στη ζωή κάποιον ή τον κάνω να συνέλθει από λιποθυμία
- (αμετάβατο) επανακτώ τις αισθήσεις μου, συνέρχομαι