rez-de-chaussée
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| rez-de-chaussée | rez-de-chaussées |
rez-de-chaussée (fr) αρσενικό
- το ισόγειο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| rez-de-chaussée | rez-de-chaussées |
rez-de-chaussée (fr) αρσενικό