séjour
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| séjour | séjours |
séjour (fr) αρσενικό
- η διαμονή
- (κατ' επέκταση) το καθιστικό (σύντμηση του salle de séjour)