smoking
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- smoking < ρήμα smoke (κάπνισμα) και τους άντρες όπου μετά το φαγητό πήγαιναν στο σαλόνι να καπνίσουν.
Ουσιαστικό [
]
smoking (en)
Ιταλικά (it) [
]
Ετυμολογία [
]
- smoking αγγλική < smoking
Ουσιαστικό [
]
smoking (it)