speculate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
speculate (en)
- σκέφτομαι, διαλογίζομαι
- υποθέτω
- εικάζω
- τεκμαίρομαι, τεκμαίρω
- (χρηματοοικονομικά) κερδοσκοπώ