supposed
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ρηματικός τύπος [
]
supposed (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος suppose
Επίθετο [
]
supposed (en)
- υποτιθέμενος
- The supposed victim was in fact lying
- ο αναμενόμενος που θεωρητικά έπρεπε να... ή να μη..., που υποτίθεται ότι θα ήταν, που ήταν σχεδιασμένος, προοριζόμενος να, υποχρεωμένος να
- You are not supposed to smoke