synallagmatique
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /si.na.lag.ma.tik/
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| synallagmatique | synallagmatiques |
synallagmatique (fr) αρσενικό ή θηλυκό