trésor
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| trésor | trésors |
trésor (fr) αρσενικό
- ο θησαυρός
[
]
- trésor
- trésorerie
- trésorier - trésorière