treatment
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
treatment (en)
- η μεταχείριση, η αντιμετώπιση
- special treatment - ειδική μεταχείριση
- η ιατρική φροντίδα, θεραπεία