trotteuse
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- trotteuse < trotter
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| trotteuse | trotteuses |
trotteuse (fr) θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| trotteuse | trotteuses |
trotteuse (fr) θηλυκό