trucage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
trucage trucages

trucage  (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η παραποίηση
  2. στα θεάματα, κάτι που δίνει την εντύπωση ότι είναι κάτι άλλο
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες