unwieldy
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- unwieldy < un- (στερητικό) + wieldy < αρχαίο αγγλικό wielde ‘active, vigorous’. Η λέξη μαρτυρείται από το 1386
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /[ˌʌnˈwɪəldɪ]/
[
]
Επίθετο
unwieldy (en)
- (παρωχημένο) αδύναμος
- (παρωχημένο) άχαρος στην κίνηση
- δύσκολος στο χειρισμό του λόγω μεγέθους, βάρους, σχήματος ή συνθετότητας
- που τον έχουν χειριστεί με άσχημο τρόπο
[
]
[
]
- unwieldy στο Online Etymology Dictionary, Douglas Harper, 2001