urgent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
urgent (en)
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | urgent | urgents |
| θηλυκό | urgente | urgentes |
urgent (fr)
[
]
- urgence
- urgent
- urgentiste
- urger