valet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

valet < γαλατική *vassο, « υπηρέτης », που έδωσε το λαϊκό λατινικό vassellittus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /va.lɛ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

valet (fr) αρσενικό

  1. ο υπηρέτης
    valet de chambre
  2. (μεταφορικά) ο δούλος
    il se comporte en valet - φέρεται δουλικά

Παροιμίες[]

  • tel maître, tel valet - οι υπηρέτες παίρνουν τις συνήθειες των κυρίων τους

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]



Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

valet αρσενικό

  1. ο νεαρός
  2. έφηβος οικογένειας ευγενών
  3. ιπποκόμος