έφηβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έφηβος < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐφ- (< ἐπι-) + -ηβος (< ἥβη)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.fi.vɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έφηβος έφηβοι
γενική εφήβου εφήβων
αιτιατική έφηβο εφήβους
κλητική έφηβε έφηβοι

έφηβος αρσενικό, έφηβη θηλυκό

  • άτομο ηλικίας 13-18 ετών, που διανύει την εφηβεία

32πχ Μεταφράσεις[]