vaquer
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
vaquer (fr) /va.ke/ : Πρότυπο:fr 1erGroupe intransitif
- Παραμένω κενός. Λέγεται για μια θέση, κλπ.
- Ce poste vaque par la mort de son précédent occupant. : αυτή η θέση παραμένει κενή μετά το θάνατο αυτού που την κατείχε.
- Αργώ. Λέγεται για τα δικαστήρια, όταν σταματούν για κάποιο χρονικό διάστημα.
- Les Cours d'appel vaquent. : τα εφετεία αργούν (έχουν διακοπές).
vaquer à : Πρότυπο:fr 1erGroupe transitif
- Ασχολούμαι με κάτι.
- Il vaque à ses occupations. : ασχολείται με τα καθήκοντά του.