weird
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
weird (en)
- αλλόκοτος, υπερφυσικός, παράξενος, ιδιόρρυθμος
- (μεταφορικά) (οικείο) « φοβερός », « φανταστικός », καταπληκτικός
- do you know what's weird? - ξέρεις κάτι φοβερό;