Μετάβαση στο περιεχόμενο

vontade

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από à vontade)

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
vontade vontades

vontade (pt) θηλυκό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • à vontade - όσο θέλεις