Μετάβαση στο περιεχόμενο

âcreté

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
âcreté âcretés

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

âcreté (fr) θηλυκό