Μετάβαση στο περιεχόμενο

échassier

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
échassier échassiers

échassier (fr) αρσενικό