éclair
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| éclair | éclairs |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- éclair: μεταρρηματικός τύπος του éclairer
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]éclair (fr) αρσενικό
- η αστραπή
- (γλυκό) το εκλέρ
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: εκλέρ
Πηγές
[επεξεργασία]- éclair - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- éclair - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé