Μετάβαση στο περιεχόμενο

éclair

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
éclair éclairs

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
éclair: μεταρρηματικός τύπος του éclairer

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.klɛʁ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

éclair (fr) αρσενικό

  1. η αστραπή
  2. (γλυκό) το εκλέρ
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: εκλέρ