Μετάβαση στο περιεχόμενο

électrotechnique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
électrotechnique électrotechniques

Επίθετο

[επεξεργασία]

électrotechnique (fr) αρσενικό ή θηλυκό