épaulette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

épaulette (fr) < από τη λέξη épaule (fr) και επίθημα -ette (fr) < λατινική spathula (la) < λατινική spatha (la) και το υποκοριστικό επίθημα -ula (la) < αρχαία ελληνική σπάθη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
épaulette épaulettes

épaulette (pl) θηλυκό